Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Η χειρότερη μοναξιά.
Υπάρχουν φορές που γεννιέται μέσα στο άνθρωπο ο φόβος της μοναξιάς και της εγκατάλειψης. Πολλές φορές η απουσία κατανόησης από τους γύρω μας, η έλλειψη στηρίγματος στις δύσκολες ώρες, αλλά και στις απλές καθημερινές μας στιγμές, μας οδηγεί να βιώσουμε την θλίψη της ψυχής – την
εσωτερική μοναξιά.  Τότε «πέφτουμε» και πονάμε, υποφέρουμε, δακρύζουμε και πολλά «γιατί» τριγυρίζουν στο μυαλό σου.
Σημασία έχει αν «πέσουμε» να δακρύσουμε, αλλά να μην απελπιστούμε. Να σηκωθούμε, να κοιτάξουμε ψηλά και εκεί θα δούμε το αόρατο χέρι του Θεού να μας χαϊδεύει και να μας προστατεύει. Εκεί ψηλά θα δούμε την ελπίδα. Εκεί ψηλά θα καταλάβουμε ότι δεν είμαστε μόνοι αλλά έχουμε το Θεό, Αυτόν που δεν πρόκειται να μας εγκαταλείψει ποτέ.

π.Γεώργιος Κόρτας

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

«Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήση ο Χριστός».


  Ο περισσότερος κόσμος της εποχής μας είναι μορφωμένος κοσμικά και τρέχει  με την κοσμική μεγάλη ταχύτητα. Επειδή όμως του λείπει ο φόβος του Θεού – «αρχή  σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10) –, λείπει το φρένο, και με ταχύτητα, χωρίς φρένο, καταλήγει σε  γκρεμό.  Οι  άνθρωποι  είναι  πολύ  προβληματισμένοι  και  οι  περισσότεροι  πολύ  ζαλισμένοι. Έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους. Σιγά‐σιγά  κατευθύνονται προς  το να μην μπορούν να ελέγχουν τον εαυτό τους. Αν αυτοί που έρχονται στο Άγιον  Όρος είναι τόσο πολύ συγχυσμένοι, τόσο μπερδεμένοι, με τόσο άγχος , σκεφθήτε οι  άλλοι που είναι μακριά από τον Θεό, από την Εκκλησία, πώς θα είναι!  Και βλέπεις σε όλα τα κράτη φουρτούνα, ζάλη μεγάλη! Ο καημένος ο κόσμος – ο Θεός να βάλει το χέρι Του! – βράζει σαν την χύτρα ταχύτητος. Και οι μεγάλοι πώς τα  φέρνουν!  Μαγειρεύουν‐μαγειρεύουν,  τα  ρίχνουν  όλα  στην  χύτρα  ταχύτητος  και  σφυρίζει τώρα η χύτρα! Θα πεταχθή σε λίγο η βαλβίδα! Είπα σε κάποιον που είχε μία  μεγάλη θέση: «Γιατί μερικά πράγματα δεν τα προσέχετε; Τί θα γίνει;». «Πάτερ μου,  μου λέει, λίγο χιόνι ήταν πρώτα το κακό, τώρα έχει γίνει ολόκληρη χιονοστιβάδα.  Μόνο ένα θαύμα μπορεί να βοηθήση». Αλλά και με τον
τρόπο που πηγαίνουν μερικοί  να βοηθήσουν την κατάσταση, κάνουν μεγαλύτερη την χιονοστιβάδα του κακού. Αντί  να λάβουν ορισμένα μέτρα για την παιδεία κ .λπ., κάνουν
χειρότερα. Δεν κοιτάζουν  πώς να διαλύσουν αυτήν την χιονοστιβάδα, αλλά την κάνουν μεγαλύτερη. Βλέπεις, το  χιονάκι είναι λίγο στην αρχή. Αν κυλήση στον κατήφορο , γίνεται ένας σβώλος . Ο  σβώλος,  καθώς  μαζεύει  και  άλλο  χιόνι ,  ξύλα ,  πέτρες  κ .λπ.,  γίνεται  σιγά‐σιγά   μεγαλύτερος‐μεγαλύτερος, και τελικά γίνεται ολόκληρη χιονοστιβάδα . Έτσι και το  κακό λίγο‐λίγο έχει γίνει πια χιονοστιβάδα και κυλάει, τώρα θέλει βόμβα για να  σπάση.   – Αγωνιάτε, Γέροντα;   – Άχ , τί άσπρισαν τα γένια μου πρόωρα; Εγώ πονάω δυο φορές , μία , όταν  προβλέπω μία κατάσταση και φωνάζω, για να προλάβουμε ένα κακό που πρόκειται  να  γίνη,  και  μία ,  όταν  δεν  δίνουν  σημασία  –  ίσως  όχι  από  περιφρόνηση  –,  και  συμβαίνη  μετά  το  κακό  και  μου  ζητούν  τότε  την  συμπαράστασή  μου.  Τώρα  καταλαβαίνω τί τραβούσαν οι Προφήτες. Μεγαλύτεροι Μάρτυρες ήταν οι Προφήτες!  Πιό μεγάλοι Μάρτυρες από όλους τους Μάρτυρες, παρʹ όλου που δεν πέθαναν όλοι με  μαρτυρικό θάνατο. Γιατί οι Μάρτυρες για λίγο υπέφεραν, ενώ οι Προφήτες έβλεπαν  μία κατάσταση και υπέφεραν συνέχεια. Φώναζαν‐φώναζαν, και οι άλλοι τον χαβά  τους.  Και  όταν  έφθανε  η  ώρα  και  ερχόταν  η  οργή  του  Θεού  εξ  αιτίας  τους,  βασανίζονταν και εκείνοι μαζί τους . Τουλάχιστον όμως τότε τόσο έφθανε το μυαλό  των  ανθρώπων.  Άφηναν  τον  Θεό  και  προσκυνούσαν  τα  είδωλα.  Σήμερα  που  καταλαβαίνουν, είναι η μεγαλύτερη ειδωλολατρία. 
Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ο διάβολος βάλθηκε να καταστρέψη τα πλάσματα του Θεού. Έχει κάνει παγοινιά (Παγοινιά ή παγγεν(ε)ία (πάντες από κοινού, πάν το κοινόν) : εργασία την οποία αναλαμβάνουν όλοι μαζί οι αδελφοί μίας Μονής ή μίας Σκήτης.) , να καταστρέψη τον κόσμο. Λύσσαξε, γιατί άρχισε να μπαίνη στον κόσμο η καλή ανησυχία. Είναι πολύ αγριεμένος, γιατί γνωρίζει ότι είναι λίγη η δράση του (Βλ. Αποκ. 12, 12). Τώρα κάνει όπως ένας εγκληματίας πού, όταν τον κυκλώνουν, λέει: «Δεν έχω σωτηρία! Θα με πιάσουν!». και τα κάνει όλα γυαλιά‐καρφιά. Ή όπως οι στρατιώτες, που εν καιρώ πολέμου, όταν τελειώσουν τα πυρομαχικά, βγάζουν την λόγχη ή το σπαθί και ρίχνονται και ό,τι γίνει. Σού λέει: «Έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε, ας σκοτώσουμε όσο πιο πολλούς μπορούμε». Ο κόσμος καίγεται! Το καταλαβαίνετε; Έπεσε πολύς πειρασμός. Τέτοια πυρκαγιά έχει βάλει ο διάβολος, που ούτε όλοι οι πυροσβέστες αν μαζευθούν, δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, αναγκάζονται οι άνθρωποι να στραφούν στον Θεό και να Τον παρακαλέσουν να ρίξη μία βροχή γερή, για να σβήση. Έτσι και για την πνευματική πυρκαγιά που άναψε ο διάβολος, μόνον προσευχή χρειάζεται, για να βοηθήση ο Θεός.
Όλος ο κόσμος πάει να γίνη μία περίπτωση. Γενικό ξεχαρβάλωμα! Δεν είναι να πής: «Σʹ ένα σπίτι χάλασε λίγο το παράθυρο ή κάτι άλλο, ας το διορθώσω». Όλο το σπίτι είναι ξεχαρβαλωμένο. Έχει γίνει χαλασμένο χωριό. Δεν ελέγχεται πια η κατάσταση. Μόνον από πάνω, ό,τι κάνει ο Θεός. Τώρα είναι να δουλεύη ο Θεός με το κατσαβίδι, με χάδια, με σκαμπίλια, να το διορθώση. Μία πληγή έχει ο κόσμος που κιτρίνισε και θέλει σπάσιμο, αλλά ακόμη δεν ωρίμασε καλά. Πάει να ωριμάση το κακό, όπως τότε στην Ιεριχώ (Βλ. Ι. Ναυή 6, 24) που ήταν για απολύμανση.

Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Με Πόνο και Αγάπη» ‐ σ.14 ‐

Ο θεληματάρης υποτακτικός


Ένας υποτακτικός στα Καυσοκαλύβια είχε πολύ θέλημα, και για ό,τι του έλεγε ο λογισμός του επέμενε στον Γέροντα του, για να πάρη ευλογία. (Δηλαδή έπαιρνε ευλογία με εκβιασμό, για να κάνη το θέλημα του).
Μια μέρα, λοιπόν, ενώ εργαζόταν μαζί με τον Γέροντα του και ήταν απαραίτητος, γιατί τον βοηθούσε σε κάτι, λέει στον Γέροντα:
‐ Δωσ’ μου ευλογία να πάω να κοιμηθώ δέκα λεπτά.
Ο Γέροντας του απήντησε:
‐ Κάνε λίγο υπομονή, παιδί μου, γιατί τώρα πρέπει να κρατάς λίγο εδώ αυτό που φτιάχνω· σε μισή ώρα τελειώνουμε και κοιμάσαι.
Ο υποτακτικός επέμενε συνέχεια, για να πάρη ευλογία. Ο Γέροντας ξανά του λέει:
‐ Ευλογημένε, για δέκα λεπτά που θέλεις να κοιμηθής, τι ύπνο θα κάνης;
Κι εκείνος απήντησε:
‐ Δωσ’ μου ευλογία, και εγώ θα κοιμηθώ.
Τελικά ο Γέροντας αναγκάσθηκε να του δώση ευλογία, αφού επέμενε συνέχεια, και εκείνο πήγε να κοιμηθή.
Μόλις όμως έπεσε στο κρεβάτι, βλέπει ξαφνικά τον σατανά να ορμάη επάνω του με λύσσα, να τον αρπάζη με θυμό και να τον στύβη σαν λεμονόκουπα. Το θεληματάρικο Καλογέρι προσπαθούσε να του ξεφύγη, αλλά δυστυχώς δεν μπορούσε. Επανω δε στην μεγάλη του αγωνία, αναγκάστηκε να πη την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με, για το χατίρι του Γέροντα μου».
Τότε ο σατανάς κάηκε από την ευχή, η οποία είχε και συντριβή, διότι ο υποτακτικός συναισθάνθηκε την παρακοή του και την αναξιότητα του και κατάλαβε ότι δεν είχε μούτρα να ζητήση βοήθεια ο ίδιος, αλλά παρακάλεσε να τον ελεήση ο Χριστός για το χατίρι του Γέροντα του. Αυτό φυσικά ήταν που έκαψε τον διάβολο, και θυμωμένος τον πέταξε από τα χέρια του έξω από το παράθυρο, μακριά περίπου πενήντα μέτρα, χωρίς να πάθη κακό· τον φύλαξε ο Θεός!
Έτρεξε μετά κατατρομαγμένος στον Γέροντα του και του διηγήθηκε το φοβερό όραμα. Ο Γέροντας απόρησε! Μέσα σε δέκα λεπτά να συμβούν όλα αυτά τα γεγονότα!
Μετά από το μάθημα που πήρε από τον πειρασμό, κατά παραχώρηση Θεού, το Καλογέρι αυτό έγινε ο πιο υκάκουος υποτακτικός της Σκήτης και πρόκοψε πνευματικά.

Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες ‐ σ.57 ‐

Οι δύο φαντασμένοι Μοναχοί που πλανέθηκαν


Κάποτε δύο νέοι, που ήταν πολύ αγαπημένοι από τον κόσμο, είχαν έρθει στο Άγιον Όρος και έγιναν Μοναχοί. Δυστυχώς όμως δεν συμβουλεύονταν μεγαλυτέρους ούτε και άκουγαν συμβουλή μεγαλυτέρου, αλλά άκουγαν το παιδικό τους μυαλό, που συμφωνούσε πάντα του ενός με του άλλου για θέματα πνευματικά. Άλλοτε έκαναν μεγάλες νηστείες, μέχρι που απέκαμαν και μετά το έριχναν στο πολύ φαγητό, και άλλοτε έκαναν τους έγκλειστους Ησυχαστάς, με παιδικό εγωισμό, και μετά έτρεχαν να βρουν ανθρώπους, για να μιλούν συνέχεια και να αργολογούν. Με άλλα λόγια, ο πονηρός τους πετούσε από τα δεξιά στα αριστερά και πάλι από τα αριστερά στα δεξιά, όπως έπαιζαν και αυτοί με το δικό τους παιδικό μυαλό με την Καλογερική.
Μεταξύ τους όμως είχαν αγάπη αδελφική. Αλλά τι το θέλεις; Έβλαψαν τα μυαλά τους με τον εγωισμό τους, αφού δεν άκουγαν κανέναν μεγαλύτερο, και ο ένας ανέπαυε τον άλλο στο θέλημα του. Είχαν δε υποσχεθή να μη χωρισθούν ποτέ ούτε σ’ αυτή την ζωή ούτε και στην άλλη. Ο πονηρός όμως το εκμεταλλεύτηκε αυτό και τους άνοιξε, δυστυχώς, δουλεία!
Μια μέρα λοιπόν λέει ο ένας στον άλλο:
‐ Μου πέρασε ένας λογισμός, αδελφέ μου, ότι αυτό που υποσχεθήκαμε, να πεθάνουμε και οι δυο μια μέρα, δεν είναι σίγουρο ότι θα γίνη. Το πιο σίγουρο για την υπόσχεση μας είναι να ραφτούμε και οι δυο μαζί, όπως ράβουν τους νεκρούς, και να πέσουμε στην θάλασσα.
Δυστυχώς, το δέχθηκε και ο άλλος με χαρά. Παίρνουν λοιπόν μια κουβέρτα, σπάγκο και σακοράφα και πηγαίνουν για την θάλασσα χαρούμενοι. Αφού ράφτηκαν καλά, επάνω σ’ έναν βράχο, έπεσαν κάτω στην θάλασσα. Επόμενο ήταν, όπως ήταν τυλιγμένοι και ραμμένοι, να πνιγούν μια μέρα και οι δύο.
Πέρασε αρκετό διάστημα, και τα πτώματα τους βρέθηκαν στην ακροθαλασσιά του Βόλου. (Αυτό έγινε γύρω στο 1912).
Το θλιβερό αυτό γεγονός που μας συγκλονίζει, μας φρενάρει κιόλας, για να είμεθα προσεκτικοί. Παράλληλα όμως και μας υποχρεώνει να παρακαλέσουμε τον Θεό να μη θεωρήση για αυτοκτονία αυτή την αυτοκτονία των αδελφών μας, αλλά να την παραβλέψη σαν παιδική μεγάλη αταξία. Αμήν.

Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες ‐ σ.56 ‐

Ο Γερο‐Αββακούμ


Πρόσφατα, το 1979, ανεπαύθη ο Γερο‐Αββακούμ, ο οποίος έμενε στην Ι. Μονή της Λαύρας και είχε το χάρισμα να αποστηθίζη ολόκληρα κεφάλαια από την Αγία Γραφή. Παλιά ασκήτευε στην έρημο της Βίγλας, αλλ’ ένα περιστατικό τον έκανε να φύγη κατατρομαγμένος για την Λαύρα, όπου έμεινε μέχρι τις τελευταίες μέρες που πλησίαζε πια να φύγη για την αληθινή ζωή.
Μια μέρα, λοιπόν, τότε που βρισκόταν στην Βίγλα ο Γερο‐Αββακούμ, ενώ έκανε κομποσχοίνι επάνω σ’ έναν βράχο, του παρουσιάστηκε ξαφνικά ο διάβολος ως «Άγγελος φωτός» και του λέει:
‐ Αββακούμ, Αββακούμ, ο Θεός με έστειλε να σε πάρω στον Παράδεισο, γιατί έγινες πια Άγγελος· άντε να πετάξουμε.
Ο Γερο‐Αββακούμ τάχασε και φοβισμένος του απήντησε:
‐ Πώς να πετάξω; Εσύ έχεις φτερά και πετάς.
Και ο δήθεν Άγγελος του λέει:
‐ Και εσύ, Αββακούμ, έχεις φτερά, έγινες Άγγελος, αλλά δεν τα βλέπεις.
Τότε ο Γερο‐Αββακούμ έκανε ταπεινά τον Σταυρό του και είπε:
‐ Παναγία μου, τί είμαι εγώ, για να πετάξω;
Δεν πρόλαβε να τελειώση τα ταπεινά λόγια του και βλέπει εκείνον τον δήθεν Άγγελο να μεταβάλλεται απότομα σε μαύρο αλλόκοτο κατσίκι με φτερά σαν της νυχτερίδας, να πετάγεται κάτω στον γκρεμό προς την θάλασσα και να εξαφανίζεται.
Κατατρομαγμένος τότε ο Γερο‐Αββακούμ και ευχαριστώντας την Παναγία, που τον προστάτεψε, γιατί θα τον γκρέμιζε στο χάος ο πονηρός, πηγαίνει στην Καλύβη του, παίρνει τον τουρβά του και φεύγει για την Μονή της Λαύρας και κοινοβιάζει πλέον εκεί για μεγαλύτερη σιγουριά. Στο Ασκητήριο του μετά πήγαινε τρεις‐τέσσερις φορές τον χρόνο και έκανε Λειτουργίες και πάλι επέστρεφε στην Μονή της Λαύρας.
Όταν πλησίαζε πια να κοιμηθή, είχε λάβει πληροφορία και πήγε στο Ασκητήριο του, για να αφήση τα οστά του εκεί στην Μετάνοια του, όπου είχε αφήσει και τις σάρκες του, όταν ήταν νεώτερος, με τους υπερφυσικούς ασκητικούς αγώνες που έκανε, για να εξαϋλωθή κάπως, όπως το απαιτεί το Αγγελικό Σχήμα. Εκεί στην Βίγλα τον επισκέπτονταν οι Πατέρες και τον έβλεπαν πολύ χαρούμενο. Ένας Πατέρας μάλιστα απορούσε γι’ αυτό και του είπε:
‐ Πολύ χαρούμενο σε βλέπω, Γερο‐Αββακούμ, ενώ κοντεύεις πια να πεθάνης!
Ο Γερο‐Αββακούμ απήντησε:
‐ Και γιατί να μην είμαι χαρούμενος, αδελφέ μου; Αφού αγωνίστηκα, όσο μπορούσα, από νέος με την Χάρη του Θεού, τώρα χαίρομαι που θα πάω κοντα΄στον Χριστό.
Έτσι χαρούμενοι φεύγουν οι καλοί αγωνισταί του Χριστού!

Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες ‐ σ.56 ‐

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Ασφάλειες καί... ανασφάλεια


  Σήμερα  ο  κόσμος  γέμισε  ασφάλειες‐ανασφάλειες,  αλλά ,  για  να  είναι  απομακρυσμένος από τον Χριστό, νιώθει την μεγαλύτερη ανασφάλεια. Σε καμμιά  εποχή δεν υπήρχε η ανασφάλεια που έχουν οι σημερινοί άνθρωποι. Και επειδή δεν  τους βοηθούν οι ανθρώπινες ασφάλειες, τρέχουν τώρα να μπούν στο καράβι της  Εκκλησίας,  για  να  νιώσουν  πνευματική  ασφάλεια ,  γιατί  βλέπουν  ότι  το  κοσμικό  καράβι βούλιαξε. Αν όμως δούν ότι και στο καράβι της Εκκλησίας μπαίνει λίγο νερό,  ότι και εκεί έχουν πιασθή από το κοσμικό πνεύμα και δεν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα,  τότε θα απογοητευθούν οι άνθρωποι, γιατί δεν θα έχουν μετά από που να πιασθούν.  Ο  κόσμος  υποφέρει,  χάνεται  και  δυστυχώς  είναι  αναγκασμένοι  όλοι  οι  άνθρωποι να ζουν μέσα σʹ αυτήν την κόλαση του κόσμου. Νιώθουν οι περισσότεροι  μία μεγάλη εγκατάλειψη, μία αδιαφορία – ιδίως τώρα – από παντού. Δεν έχουν από  που να κρατηθούν. Είναι αυτό που λένε: «Ο πνιγμένος απʹ τα μαλλιά του πιάνεται».  Αυτό δείχνει ότι ο πνιγμένος ζητάει από κάπου να πιασθή , να σωθή . Βλέπεις , το  καράβι βουλιάζει και ο άλλος πάει να πιασθή από το κατάρτι . Μά , αφού το καράβι  κινδυνεύει να βουλιάξη, δεν σκέφτεται ότι και το κατάρτι θα βουλιάξη. Πιάνεται από  το κατάρτι και βουλιάζει πιο γρήγορα! Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι ζητούν κάπου να  ακουμπήσουν, από κάπου να πιασθούν. Και αν δεν έχουν πίστη να ακουμπήσουν σʹ  αυτήν, αν δεν εμπιστευθούν στον Θεό, ώστε να εγκαταλείψουν τελείως τον εαυτό  τους σʹ Αυτόν, θα βασανίζωνται. Μεγάλη υπόθεση η εμπιστοσύνη στον Θεό!  Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά  θα νικήσει ο Χριστός. Θα δήτε πώς θα εκτιμήσουν την Εκκλησία . Αρκεί εμείς να  είμαστε σωστοί. Θα καταλάβουν ότι αλλιώς δεν γίνεται χωριό. Και οι πολιτικοί έχουν  πλέον  καταλάβει  ότι,  αν  κάποιοι  μπορούν  να  βοηθήσουν  τώρα  σʹ  αυτό  το  τρελλοκομείο που έχει γίνει ο κόσμος, αυτοί είναι οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Μη σάς  φαίνεται παράξενο! Οι πολιτικοί μας σήκωσαν τα χέρια. Ήρθαν στο Καλύβι μερικοί  και μου είπαν: «Οι καλόγεροι πρέπει να κάνουν ιεραποστολή, αλλιώς δεν γίνεται».  Δύσκολα χρόνια! Αν γνωρίζατε σε τί κατάσταση βρισκόμαστε και τί μας περιμένει!...

ΓΕΡΟΝΤΟΣ  ΠΑΪΣΙΟΥ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ      ΛΟΓΟΙ  Α’ 
     
ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ  ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 
         
ΙΕΡΟΝ  ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ  «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ  ΙΩΑΝΝΗΣ  Ο  ΘΕΟΛΟΓΟΣ»  ΣΟΥΡΩΤΗ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  1998